Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Ανακοίνωση της Πρότασης Προοπτικής


Ο ΠΙΝΟΚΙΟ, Ο ΒΑΡΩΝΟΣ ΜΥΝΧΑΟΥΖΕΝ ΚΑΙ ΟΙ 12 ΝΑΝΟΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος Σύλλογος. Στο Καταστατικό του έγραφε φαρδιά πλατιά, ότι σκοπός του είναι «η προστασία και η προαγωγή των ηθικών, οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του» . Έγραφε ότι κατεύθυνση στη δράση του είναι «η βελτίωση των αποδοχών και όλων των πρόσθετων υλικών και ηθικών απολαβών των εργαζομένων ώστε να εξασφαλίζεται σ΄ αυτούς ένα πολιτισμένο και ανθρώπινο βιοτικό επίπεδο». Κι έγραφε επίσης, ότι τα μέλη του έχουν το δικαίωμα να «αξιώνουν την πραγματοποίηση των σκοπών αυτών και να ελέγχουν τις ενέργειες του Διοικητικού Συμβουλίου», μιας και «ανώτατο όργανό του» ήταν λέει, η Γενική Συνέλευση.
Ήρθανε όμως χρόνια δίσεκτα, χρόνια ξεπουλημένα. Και η φωτισμένοι ηγέτες του, ξέχασαν ποιόν πραγματικά υπηρετούσαν. Τα μέλη του Συλλόγου, αυτά που τους τίμησαν με την ψήφο τους, τα απαξίωσαν, τα λοιδόρησαν, τα μετέτρεψαν σε άβουλα πρόβατα που δεν χρειάζεται να έχουν γνώμη. Άρχισαν να τους πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, νομίζοντας πως θα τα κοροϊδεύουν για πάντα με ψέματα. Κι όταν τα πρόβατα βέλαξαν ανήσυχα νοιώθοντας πως  θα τα πήγαιναν για σφαγή, οι ψευτοηγεμόνες τους, συνέχισαν με ακόμα περισσότερα ψέματα. Κι όπου δεν έπιαναν αυτά, με απειλές και τρομοκρατία. 
Πήγανε νύχτα Αυγουστιάτικη και υπογράψανε για τη σφαγή. Κι ύστερα βγάλανε ανακοίνωση πως τάχαμου ήτανε γνωστά σε όλους όσα τόσον καιρό μυστικά διαβουλεύονταν  με τον αφέντη. Και δεν ντραπήκανε στη συμφωνία να γράψουνε πως καλή είναι η σφαγή «γιατί είναι ανάγκη να περισταλεί το λειτουργικό κόστος και να βελτιωθούν τα λειτουργικά αποτελέσματα του Αφέντη - να προσαρμοστεί αυτός στα νέα δεδομένα». Έγιναν  τότε οι καλύτεροι Υπηρέτες του. Τα πιο αγαπημένα του παιδιά. Γιατί κιχ δε βγάλανε για τα τόσα δις που τσέπωσε το αφεντικό απ΄ τα πακέτα στήριξης. 
Κι έγραφε η συμφωνία πως την υπέγραψαν  «νομίμως εξουσιοδοτημένοι». Όμως δεν ήτανε. Τα πρόβατα κάνανε συνελεύσεις στα μαντριά, πριν την υπογραφή της σύμβασης. Στα κείμενά τους γράφανε «όχι! ΔΕΝ σας εξουσιοδοτούμε να μας βάλετε μαχαίρι». Το’ χανε ξαναδηλώσει άλλωστε και την προηγούμενη άνοιξη, πως δεν εξουσιοδοτούν ΚΑΝΕΝΑ να υπογράψει για μειώσεις. Εις μάτην. 
«Μα μη φοβάστε, προσωρινή θα’ ναι η σφαγή» είπανε στο κοπάδι. «Τρία χρονάκια υπομονή». Στη σύμβαση όμως, άλλα δήλωναν. «Κάτσε να δούμε και άμα είναι βλέπουμε» είπε ο αφέντης. «Όταν θα γίνει το άχυρο χρυσάφι, θα ξαναδείτε κι εσείς τους παλιούς μισθούς σας». Κι αυτοί συγκατανέψανε.
 Πώς ν’ αντιμετωπίσουν τώρα αυτούς που τους πιστέψανε και τους εστείλανε εκεί, να διαπραγματευτούνε; Βρήκανε κόλπο τρομερό, κόλπο δοκιμασμένο. «Φόβισέ τους. Τρόμαξέ τους. Κεφάλι μη σηκώσουν. Κι είναι κι ο Λύκος πες τους έξω απ το Μαντρί κι ο Γίγαντας στα Βόρεια. Θυσίες ζήτησαν απ το Αφεντικό, να δώσει τα καλύτερα σφαχτάρια. Τι να κανε κι αυτό, να πεις. Έπρεπε αίμα να χυθεί . Κι ύστερα ερχόμαστε εμείς , κάνουμε τους σωτήρες».
Αρχίσαν τότε κι άλλα παραμύθια να ξεφουρνίζουνε ασύστολα. Πως  διασφαλίσαν τάχατες την απασχόληση. Τα ίδια που λέγανε κάτι αντίστοιχοι παραμυθάδες και σ’ ένα άλλο μαντρί -«Αγροτικό Μαντρί» το λέγανε εκείνο- και κόβανε, κόβανε, κόβανε μέχρι που το χαρίσανε ολάκερο σε άλλο Αφεντικό – και πάνε τα έρμα τα ζωντανά. «Σας διασφαλίσαμε, δοξάστε μας!» θριαμβολόγησαν οι ψεύτες. Μα ποια εξασφάλιση υπήρχε, όταν όλα αφήνονταν στο έλεος του Αφέντη; Και μερική απασχόληση και προσωρινή και εφεδρεία και εκ περιτροπής εργασία. Κι αν γίνονταν  (που θα γινότανε στα σίγουρα) συγχώνευση με άλλο Ίδρυμα, κανείς δεν ξέρει ποιός θα πρωτοσφαζόταν. Εξάλλου, ο νόμος πλέον ήταν αυστηρός με τα κοπάδια. Τα αφεντικά όποτε θέλουν, τις συμβάσεις καταγγέλλουν. Λογαριασμό πια σε κανένανε δε δίνουν. Κι εδώ το αφεντικό είπε με πανουργία. «Δε θα την καταγγείλω εγώ τη συμφωνία για οικονομοτεχνικούς λόγους. Μπορώ όμως να καταγγείλω για λόγους που αφορούν το κάθε πρόβατο ατομικά» Τι να΄ ταν τούτο πάλι; Μην άρχιζε σε λίγο να διώχνει για λόγους όπως «συνδικαλιστική δράση» ή ακόμα «ανεπάρκεια στην επίτευξη των στόχων»? Κι αυτοί ακόμα οι στόχοι,  είχαν αρχίσει από καιρό να γίνονται  ατομικοί.
Κι άλλα πολλά υπογράψανε οι παραμυθάδες με το Αφεντικό. Θα κρατούσανε χαράτσι απ το μισθό και γι αυτά που εποχιακά έπαιρνε το εργατικό κοπάδι, όπως το τουριστικό επίδομα. Θα κρατούσανε ακόμα και γι αυτά που δίνανε για να μπορεί κανένας να φτάσει στη δουλειά, για τις βενζίνες,  όταν τον στέλνανε στην άλλη άκρη του κόσμου. Κι άπαξ και τα κρατούσαν- τέλος. Για τρία χρόνια έμενε η μείωση, ακόμα κι αν αυτά τα λίγα, τα ΄χανες στο μεταξύ. Ακόμα κι αν σε βγάζανε ας πούμε απ το ταμείο κι έπεφτες απ το όριο της φτώχιας που χαν βάλει-ρύθμιση δεν υπήρχε. Μόνο «κουτάκι» κατά πως το λέγανε, το κούρεμα.
«Μα ο Αφέντης θα βοηθήσει το Ταμείο! ΜΕΧΡΙ και πεντακόσια χιλιάρικα το τρίμηνο!» είπαν οι παραμυθάδες. Τ αντίθετο όμως έγινε. Και πάλι το Ταμείο αρμέχτηκε από εισφορές. Το αφεντικό κορόιδο δεν ήταν. Όσα είχε υποχρέωση να βάλει για το Συλλογικό τους Αμοιβαίο, τα βαλε τώρα στο Ταμείο της υγείας. Η εισφορά στο Αμοιβαίο διακόπηκε. Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά –για τον Αφέντη βέβαια.
«Μα ο Αφέντης θα ρυθμίσει ΌΟΟΟΟλα μας τα δάνεια!» σκούξανε οι παραμυθάδες. Και δεν κοκκίνισαν  να  το γράψουν  σε ανακοίνωση. Όμως κάποια αρνιά που κοίταξαν καλύτερα τη σύμβαση, δεν είδαν πουθενά να λέει για κάρτες και καταναλωτικά και όλα εκείνα με τα διψήφια επιτόκια. Μόνο τα δάνεια για πρώτη κατοικία κι εκείνα τα τριχίλιαρα είδανε.
Μ΄ αυτά και με τ’ άλλα ψέματα, οι μύτες των Υπηρετών του Αφεντικού, γίνανε μακριές σαν Καραμούζες. Όλοι τους ξεχωρίζαν πλέον από μακριά.
Μαζεύτηκαν τότε όλα μα όλα τα ζωντανά και συζητήσανε. Είδανε ότι ήτανε πολλά-πάρα πολλά. Και δυνατά, περισσότερο απ ότι φανταζόντουσαν. Και οργισμένα.  Σκεφτήκανε, ζυγιάσανε τα πράγματα,  μετρήσαν τις δυνάμεις τους κι ύστερα ενωμένα, πήρανε μόνα τους τις αποφάσεις. Δεν θα άφηναν πια κανένα να τα αρμέγει, να τα κουρεύει και να τα σφάζει όποτε το ήθελε. 
Θα πήγαιναν ως το τέλος, θα πέταγαν στα σκουπίδια τις άθλιες συμφωνίες. Χωρίς  αυτά, ο μεγαλύτερος  χαμένος θα τανε ο ίδιος ο Αφέντης-κι αυτός ακόμα το ΄ξερε... Τέλος, τους Υπηρέτες του αφεντικού τους διώξανε με τις κλωτσιές, μια για πάντα μακριά…
Και μόνο τότε ζήσανε αυτοί καλά- εμείς όμως προς το παρόν χειρότερα…
29-8-2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: